Ημερολόγιο

Τρίτη
17
Οκτωβρίου
2017
Ανατ.: 07.35
Δύση: 18.45
Σελήνη
26 ημερών
Ωσηέ προφήτου, Ανδρέου του εν Κρίσει
1797
Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, με την οποία οι Ιόνιοι Νήσοι παραχωρήθηκαν στη Γαλλία.
1912
Ο Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει τη Νάουσα, όπου οι κάτοικοι είχαν καταλύσει τις τουρκικές αρχές.
1918
Ανακωχή του Μούδρου, με την οποία τερματίζεται ο πόλεμος μεταξύ Τούρκων και Δυνάμεων της Entente (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα).

Ο Κερασοβίτικος Γάμος
Ο κερασοβίτικος γάμος ήταν και είναι μια κορυφαία έκφραση των τοπικών ηθών και εθίμων. Τόσο στις παλαιότερες εποχές όσο και σε μεγάλο βαθμό και σήμερα, η αγωνία για το μέλλον των νεόνυμφων επέβαλε την αυστηρή εφαρμογή του τελετουργικού. Οι στενές σχέσεις της τοπικής κοινωνίας καθιστούσαν επίσης κάθε ενήλικα θεματοφύλακά του. Μέσα από τα έθιμα του γάμου λοιπόν μπορούμε να κατανοήσουμε την κοινωνία του χωριού μας με τις προλήψεις της, τις ανάγκες της, τις προτεραιότητές της, τη θρησκευτικότητά της, τη βαθιά πίστη στην οικογένεια, το γνήσιο σεβασμό στους πρεσβύτερους, τα πρότυπα για την ομορφιά και την αξιοσύνη αλλά και γενικά τη πίστη τους στις αξίες και τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές.
   Η επίδραση από άλλες περιοχές είναι αδιαμφισβήτητη. Οι άνδρες Κερασοβίτες ταξίδευαν σε όλη την Ελλάδα ασκώντας την τέχνη του οικοδόμου και φυσικό ήταν να μεταφέρουν στο χωριό ‘καινά δαιμόνια’.
 

                                                   Παλιός γάμος

 

                                                                ΔΕΥΤΕΡΑ

    Η διάρκεια του γάμου ήταν περίπου δύο εβδομάδες. Από τη Δευτέρα, ο γαμπρός με το βλάμη και άλλους φίλους πήγαιναν στα γύρω βουνά να φέρουν ξύλα με τα ζώα για το μαγείρεμα και το ψήσιμο των φαγητών του γάμου.

   Ο βλάμης ήταν ο καλύτερος φίλος του γαμπρού, ο πιο έμπιστος. Έχει ιδιαίτερη θέση στον κερασοβίτικο γάμο και συμμετέχει ενεργά. Θεωρείται μια σχέση ίδια ή και ανώτερη από του αδερφού. Ένα παλιό έθιμο επέβαλε να ευλογηθεί από τον παπά. Όταν οι δεσμοί φιλίας είχαν δοκιμαστεί στο χρόνο, οι βλάμηδες πήγαιναν στην εκκλησία. Εκεί ο ιερέας τους έδενε μαζί με μια ζώνη, τους σκέπαζε με το πετραχήλι και τους διάβαζε ευχές ώστε κανένα εμπόδιο να μη βλάψει αυτή τη σχέση. Λένε ότι τρυπούσαν λίγο το δάχτυλο ώστε να ενώσουν το αίμα τους. Η μάνα αποκαλούσε το βλάμη του γιου της ‘σταυρογιό’ κι εκείνος ‘σταυρομάνα’.

   Από τη Δευτέρα φρόντιζαν να συγκεντρώσουν τα πιατικά, τα μαχαιροπίρουνα, τις καρέκλες και ό,τι άλλο θα χρειάζονταν για το γάμο.

 

                                                                ΤΕΤΑΡΤΗ

   Την ημέρα αυτή έπρεπε να καλέσουν τα κορίτσια που θα γίνονταν ‘αδερφοφτές’. Αυτές θα επωμίζονταν τις εργασίες του γάμου. Έπρεπε να είναι νέες, ανύπαντρες και να έχουν εν ζωή και τους δυο γονείς.

   Την ημέρα αυτή γίνονταν τα ‘προζύμια’ στο σπίτι του γαμπρού. Οι νοικοκυρές αφού ζυμώσουν τα καρβέλια με το ψωμί για να τρώνε τις ημέρες αυτές, κρατάνε μια χούφτα ζύμη και το βάζουν σ’ ένα πλαστήρι. Μια από τις αδερφοφτές ,αφού το τοποθετήσει πάνω στο κεφάλι της, αρχίζει το χορό. Όταν κάνει μια στροφή, το αφήνει στο τραπέζι και οι συγγενείς χώνουν στο ζυμάρι κέρματα και τραγουδούν:

«Κέρνα αφέντη μ’, κέρνα,

κέρνα το προζύμι.

Κέρνα μάνα μ’, κέρνα,

κέρνα το προζύμι.

Κέρνα νούνε μ’, κέρνα,

κέρνα το προζύμι.

Κέρνα μπράτμε μ’, κέρνα,

κέρνα το προζύμι.

Κέρνα σόι μ’, κέρνα,

κέρνα το προζύμι.»

   Μετά η νοικοκυρές με τις αδερφοφτές σερβίρουν φαγητό: λαγγίτες (τηγανίτες), πίτες διάφορες, κεφτέδες και τυρί. Πίνουν τσίπουρο και κρασί.

   Στη συνέχεια τα ξαδέρφια και οι θείοι του γαμπρού παίρνουν λίγο αλεύρι στις χούφτες τους και πάνε στο σπίτι της νύφης για το αλεύρωμα. Βάζουν αλεύρι στο μέτωπο των συμπεθέρων και εύχονται: «Ν’ ασπρίσουν να γεράσουν!» Πολλές φορές το αλεύρωμα έφτανε και σε ακρότητες. Έμπαιναν στο αμπάρι και με τις χούφτες ή με τις μσούρες ( βαθιά τσίγκινα πιάτα) πετούσαν ο ένας στον άλλον αλεύρι. Πραγματικός αλευροπόλεμος.

   Φεύγοντας από το σπίτι της νύφης οι συγγενείς του γαμπρού προσπαθούν να κλέψουν κρυφά κάτι για να επιδείξουν την αξιοσύνη τους απέναντι στο άλλο σόι. Όσο μεγαλύτερο είναι το αντικείμενο τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κομπασμός και τα πειράγματα. Άλλος θα πάρει μια γλάστρα από την αυλή, άλλος τα ποτήρια που πίνουν, άλλος μια κουβέρτα ή ό,τι άλλο καταφέρουν. Η επιτυχία είναι να μην τους ανακαλύψουν γιατί τότε πρέπει να το αφήσουν στη θέση του.

  Στο δρόμο τραγουδούν:

«Κίνησα το δρόμο δρόμο

το στενό το μονοπάτι.

Βρίσκω μια μηλιά στο δρόμο

Με τα μ’ηλα φορτωμένη.

Με τα μήλα φορτωμένη

Και με τ’ άνθη στολισμένη.

Κι έσκυψα να κόψω ένα

Κι η μηλιά μ’ αντιλήφθηκε:

-Μην το κόβεις, μην το παίρνεις.

Τα ‘χει ο αφέντης μετρημένα

 κι η κυρά λογαριασμένα.»

  

                                                               ΠΕΜΠΤΗ

    Στους γάμους σήμερα την Πέμπτη στρώνουν το κρεβάτι των νεόνυμφων. Μετά το στρώσιμο περνάνε οι συγγενείς και ρίχνουν στο κρεβάτι χρήματα για γούρι και ευημερία. Στη συνέχεια βάζουν ένα αγοράκι να ξαπλώσει για να γεννήσει το ζευγάρι αρσενικά παιδιά. Το έθιμο αυτό δεν γίνονταν στον παραδοσιακό κερασοβίτικο γάμο.

   Να σημειώσουμε εδώ ότι τα μικρά αγόρια -‘παιδιά’ τα έλεγαν- τα χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά σε διάφορα στάδια του γάμου καθώς οι κοινωνικές και οι οικονομικές ανάγκες της εποχής τα καθιστούσαν πολύ πιο χρήσιμα από τα κορίτσια. Τα αρσενικά παιδιά μπορούσαν από πολύ νωρίς να είναι παραγωγικά. Ακολουθούσαν τον πατέρα κι έφερναν μεροκάματο. Μεγαλώνοντας αναλάμβαναν να παντρέψουν και να αποκαταστήσουν τις αδερφές τους. Στα χρόνια των πολέμων, όταν η λειψανδρία ήταν μεγάλη πληγή, τα ‘παιδιά’ ήταν σε θέση να αντικαταστήσουν τον πατέρα. Στα χρόνια που ίσχυε ο νόμος του δυνατότερου ήταν σε θέση να προασπίσουν τα συμφέροντα του σπιτιού. Αντίθετα, τα κορίτσια ήταν βάρος για την οικογένεια. Χρειάζονταν προίκα για να παντρευτούν κι αυτό για το σπίτι ήταν μεγάλο έξοδο και απαιτούσε οικονομικές θυσίες από όλα τα μέλη της.

  Την Πέμπτη το απόγευμα γίνονται τα ‘προζύμια’ στο σπίτι της νύφης. Ακολουθείται η ίδια διαδικασία. Κάνουν κι αυτοί με τη σειρά τους το αλεύρωμα στο σόι του γαμπρού και κλέβουν κάποια αντικείμενα καθώς φεύγουν.

   Στα προζύμια δεν συμμετέχουν όργανα. Τα τραγούδια τραγουδιούνται με το στόμα από τους συμμετέχοντες συγγενείς.

   Τα χρήματα που βάζουν στο ζυμάρι τα παίρνουν οι αδερφοφτές για τον κόπο τους.

  

                                                          ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

   Την Παρασκευή οι αδερφοφτές ζυμώνουν από προζύμι ρεβυθιού και σταρένιο αλεύρι δυο κουλούρες που τις λένε ‘ρουφτένιο’. Τη μια θα τη βάλουν στο δισάκι του ‘σκαριάτη’ την ημέρα του γάμου για να τη μοιράσει στους καλέσμένους και τη δεύτερη για να τη βάλει η πεθερά στο κεφάλι της νύφης μαζί με μια άσπρη ‘τλούπα’ (τούφα) από μαλλί προβάτου όταν θα διαβεί για πρώτη φορά το κατώφλι του σπιτιού του γαμπρού.

   Σκαριάτης είναι ένας συγγενής του γαμπρού ο οποίος είναι καβάλα σ’ ένα άλογο, κατά προτίμηση άσπρο και αρσενικό. Κρατάει στο χέρι του το ‘μπαριάκι’ μια σημαία άσπρη που έχει στο σταυρό του κονταριού καρφωμένα κόκκινα μήλα και είναι στολισμένος με λουλούδια. Ο σκαριάτης μπαίνει μπροστά στην πομπή όταν πάνε να πάρουν τη νύφη και να την πάνε στην εκκλησία.

   Στο σπίτι του γαμπρού στολίζουν με λουλούδια της εποχής και βασιλικό δυο ‘κόφες’ για να καλέσουν μ’ αυτές τους συγγενείς στο γάμο. Οι ‘ κοφες’ είναι ξύλινα σκαλιστά παγούρια στα οποία βάζουν κρασί. Το στολισμό τον αναλαμβάνουν οι αδερφοφτές και όλοι μαζί τραγουδούν:

«Κοπιάσαμε μανίτσα μου

την κόφα ν’ αρματώσω.

Με μάνα, με πατέρα,

Μ’ αδέρφια, με ξαδέρφια.

Με θειάδες, με μπαρμπάδες

Με το πολύ το σόι.»

Λένε ακόμα το τραγούδι «Ο βασιλιάς»

« Ν’ ο βασιλιάς παντρεύει γιο

κι ο ρήγας θυγατέρα.

Ν’ ακάλεσε προσκάλεσε

Το νούνο και το μπράτμο.

Ν’ ακάλεσε τα Γιάννενα

Και τη μισή την Άρτα.»

 


 

 

                                                Το κάλεσμα στο γάμο

 

  Αφού τελειώσουν με το στολισμό, οι αδερφοφτές χωρίζουν το χωριό σε μαχαλάδες και ξεκινούν να καλέσουν τους συγγενείς για το γάμο. Σε κάθε σπίτι που πηγαίνουν, προσφέρουν στο καλεσμένο να πιει κρασί από την κόφα. Αν κάποιον δεν τον βρουν, αφήνουν στην πόρτα του ένα λουλούδι από αυτά που κρατούν στα χέρια τους κι ο νοικοκύρης θα καταλάβει.

   Η νύφη καλεί κι αυτή το σόι της μόνο που αυτό θα γίνει την άλλη μέρα, το Σάββατο.

  

                                                               ΣΑΒΒΑΤΟ

 

   Πρωί πρωί μαγειρεύουν τον πατσά και τον ‘καβουρμά’ (μαγειρίτα) τα οποία θα τα φάνε το βράδυ.

  Το μεσημέρι ο ‘καλεστής’, ένας συγγενής του γαμπρού, καβάλα σε άλογο πηγαίνει στο σπίτι της νύφης για να την καλέσει στο γάμο. Παίρνει μαζί του μια κουλούρα και μια κόφα με κρασί. Στο σπίτι της νύφης του βάζουν να φάει και φεύγοντας αφήνει τη δική του κουλούρα και του δίνουν μια δική τους.Στο ξεπροβόδισμα ρίχνουν τουφεκιές για να μαθευτεί το γεγονός.

   Το απόγευμα και στα δυο σπίτια συγκεντρώνονται οι συγγενείς για να στολίσουν το ‘γκιούμι’. Αυτό είναι μια κανάτα μπακιρένια και τη στολίζουν με λουλούδια όπως και τις κόφες. Την ώρα του στολισμού τραγουδούν:

«Κανάτι ν’ αρματώσουμε

 με μάνα με πατέρα…»

 

   Μια αδερφοφτή βάζει το γκιούμι στο κεφάλι και μαζί με τους συγγενείς πηγαίνουν στην κεντρική βρύση του χωριού, στη βρύση της Παναγιάς. Στο δρόμο τραγουδούν:

«Κίνησα το δρόμο δρόμο…»

   Όταν φτάσουν στη βρύση, γεμίζουν το γκιούμι και τραγουδούν: 

«Τρία πηγάδια αράδα αράδα

το ‘να μέλι τ’ άλλο γάλα

τ’ άλλο μόσχος και κανέλα.

Πάει κι μάνα να γεμίσει

Κι έλαμψε ο γιαλός κι η βρύση.»

 

   Μέσα στο γκιούμι ρίχνουν κέρματα τα οποία θα πάρουν μετά οι αδερφοφτές και τραγουδούν:

«Κέρνα αφέντη μ’, κέρνα

κέρνα το κανάτι.

Κέρνα νούνε μ’, κέρνα

Κέρνα το κανάτι.

Κέρνα μπράτμε μ’, κέρνα

Κέρνα όλο το σόι.»

 

   Όταν φτάνουν στο σπίτι του γαμπρού η αδερφοφτή χορεύει τρεις στροφές με το γκιούμι στο κεφάλι ενώ τραγουδούν:

«-Κύργιέ μ’ το ποιος τον κάνει

του νιόγαμπρου το γάμο.

-Πατέρας του τον κάνει

με μόσχο με σταφύλι,

με τη δροσιά στα χείλη.

-Κύργιέ μ’ το ποιος τον κάνει

του νιόγαμπρου το γάμο.

Η μάνα του τον κάνει

Με μόσχο με σταφύλι

Με τη δροσιά στα χείλη…»

 

   Και συνεχίζεται μ’ αδέρφια , με ξαδέρφια κτλ.   Οι νοικοκυρές του σπιτιού μαζί με τις αδερφοφτές με το νερό που έφεραν με το γκιούμι θα ζυμώσουν το προζύμι για να φτιάξουν μια μικρή κουλούρα. Την κουλούρα αυτή θα την ψήσουν και θα τη φάνε την άλλη μέρα το πρωί οι αδερφοφτές για το καλό, να ονειρευτούν αυτόν που θα πάρουν.   Η μια αδερφοφτή ρίχνει το αλεύρι κι η άλλη το κοσκινίζει σ’ ένα ξύλινο σκαφίδι. Οι παρευρισκόμενοι τραγουδούν:

«Ψηλά λιχνούν τα’ αλεύρι

χαμ’λά το το κοσκινίζουν

με μάνα με πατέρα

μ’ αδέρφια με ξαδέρφια

με το πολύ το σόι…»

 

   Η μια κοπέλα ζυμώνει κι η άλλη ρίχνει νερό. Τώρα τραγουδούν

«Ζύμωσε, μάικο μ’, ζύμωσε

του γιου σου παξιμάδι.

Με γέλια βάζει το νερό,

με γέλια το ζυμώνει.

Και με τα χαρχαρίσματα

Βάζει φωτιά στο φούρνο.»

 

   Μετά βάζουν το ζυμάρι σ’ ένα πλαστήρι και μια από τις αδερφοφτές ,αφού το τοποθετήσει πάνω στο κεφάλι της, αρχίζει το χορό. Όταν κάνει μια στροφή, το αφήνει στο τραπέζι και οι συγγενείς χώνουν στο ζυμάρι κέρματα και τραγουδούν:

   «Κέρνα αφέντη μ’, κέρνα,

   κέρνα το προζύμι.

   Κέρνα μάνα μ’, κέρνα,

   κέρνα το προζύμι.

   Κέρνα νούνε μ’, κέρνα,

   κέρνα το προζύμι.

   Κέρνα μπράτμε μ’, κέρνα,

   κέρνα το προζύμι.

   Κέρνα σόι μ’, κέρνα,

   κέρνα το προζύμι.»

 

   Στη συνέχεια η νοικοκυρές με τις αδερφοφτές σερβίρουν τα φαγητά που απαιτεί το έθιμο:πατσά και καβουρμά που είχαν ετοιμάσει από το πρωί.   Στα προζύμια δεν παίζουν μουσικά όργανα και συμμετέχουν οι πολύ στενοί συγγενείς: αδέρφια, ξαδέρφια και θείοι. Τα χρήματα από το ζυμάρι τα παίρνουν οι αδερφοφτές για τον κόπο τους.

   Το έθιμο με το κανάτι το κάνει και το σόι της νύφης. Μάλιστα επικρατεί κι ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός για το ποιο σόι θα προλάβει να πάει πρώτο στη βρύση.

 

  

                                                             ΚΥΡΙΑΚΗ

 

   Πρωί πρωί στολίζουν το άλογο, το μπαριάκι και την κόφα που θα πάρει μαζί του ο σκαριάτης. Την ώρα του στολισμού τραγουδούν:

«Μπαριάκι ν’ αρματώσουμε

με μάνα με πατέρα

μ’ αδέρφια με ξαδέρφια

με το πολύ το σόι.»

   Εδώ λένε ξανά το τραγούδι «Ο βασιλιάς»

   Πρώτα στολίζουν το μπαριάκι και μετά το άλογο. Στο σαμάρι ή στη σέλα του ρίχνουν ένα κιλίμι με ζωηρά χρώματα και κεντίδια.

 
Ο "σκαριάτης" 

    Ο βλάμης, ο καλύτερος φίλος του γαμπρού, πηγαίνει από το πρωί και παίρνει τα βιολιά και τα πηγαίνει στο σπίτι του γαμπρού. Στα κλαρίνα δένουν άσπρα μαντίλια για να δείχνουν γαμπριάτικα. Μαζί με τα όργανα τώρα ξεκινούν για να πάρουν το σόι του βλάμη. Ακολουθώντας δεξιόστροφη πορεία για γούρι φτάνουν στο σπίτι του. Στη διαδρομή τραγουδούν:

«Κινησα το δρόμο δρόμο…» και τη «Νεραντζούλα»

«Νεραντζούλα φουντωμένη

πού ΄ναι τ’ άνθη σου.

Πού ‘ναι τ’ άνθη που ‘χες πρώτα

Πού ‘ν’ τα κάλλη σου.

-Φύσηξε βοριάς κι αέρας

και τα γκρέμισε.

-Σε παρακαλώ βοριά μου

τράβα σιγαλά, Νεραντζούλα

ν’ αρμενίσουν τα καράβια

τα Ζαγοριανά, Νεραντζούλα.

Ν’ αρμενίσει κι ο καλός μου

Απ’ την ξενιτιά, Νεραντζούλα.»

   Στο σπίτι του βλάμη κερνάνε λουκούμι, κεφτέδες, λαγγίτες και τσίπουρο. Ο βλάμης φεύγοντας παίρνει μαζί του τα δώρα του τα οποία είναι ένα αρνί ψημένο, ένα ταψί λαγγίτες και μια νταμιζάνα κρασί. Ο βλάμης έχει ετοιμάσει το δικό του μπαριάκι το οποίο το παίρνει μαζί του κι αυτό. Ακολουθώντας πάλι δεξιόστροφη πορεία επιστρέφουν στο σπίτι του γαμπρού.

   Αφού πάρουν μια ανάσα ξεκινούν για να πάνε να πάρουν το νούνο, τον κουμπάρο.

   Καθώς η πομπή περνάει μέσα από τα σοκάκια του χωριού οι νοικοκυρές βγαίνουν στις πόρτες και εύχονται «Η ώρα η καλή!»

   Κατά τη διαδρομή τραγουδούν τα γνωστά τραγούδια: «Κίνησα το δρόμο δρόμο» και «Νεραντζούλα».

   Στο σπίτι του νούνου κερνάνε ό,τι και στου βλάμη. Και ο νούνος θα πάρει μαζί του τα ίδια κεράσματα για το σπίτι του γαμπρού.

   Αφήνουν τα κεράσματα και αφού πάρουν μια ανάσα ξεκινούν για το σπίτι της νύφη. Στην πομπή τώρα συμμετέχει κι ο σκαριάτης ο οποίος μπαίνει μάλιστα μπροστά απ’ όλους. Πίσω ακολουθεί ο νούνος, μετά ο γαμπρός τον οποίο κρατούν δεξιά κι αριστερά τα’ αδέρφια του και πίσω ακολουθεί ο βλάμης.

   Όταν πλησιάσουν στο σπίτι της νύφης τραγουδούν:

«Ξύπνα περδικομάτα μου

κι ήρθα στη γειτονιά σου.

Χρυσά πλεξούδια σου ‘φερα

Να πλέξεις στα μαλλιά σου.

-Δεν ήξερα λεβέντη μου

πως είναι η αφεντιά σου

να γίνω γης να με πατείς

γεφύρι να περάσεις.

Να γίνω κι ασημόκουπα

Να σε κερνώ να πίνεις.»

 

   Και στο σπίτι της νύφης κερνάνε τα γνωστά. Την ώρα αυτή γίνεται κι ένα άλλο χάπενιγκ: Ο γαμπρός προσποιείται ότι θέλει να δει τη νύφη αλλά τον εμποδίζουν. Σπρώχνουν και σπρώχνονται στην πόρτα μέσα σε γέλια και πειράγματα. Μετά φεύγουν και αφήνουν τη νύφη να στολιστεί.

  Τώρα ο γαμπρός πρέπει να λουστεί για να ετοιμαστεί κι αυτός.

  Τον βάζουν να καθίσει σ’ ένα σκαμνί που πάνω του έχουν βάλει μια πέτρινη πλάκα και μπροστά του ένα καζάνι. Μια από τις αδερφοφτές φέρνει το γκιούμι με το νερό που είχαν φέρει από τη βρύση της Παναγιάς και μια άλλη αδερφοφτή φέρνει μια πετσέτα. Του ρίχνουν νερό στο κεφάλι κι ο νούνος τον λούζει.

 

 

              

                                        Το λούσιμο του γαμπρού

 

Στο τελείωμα τον ραντίζει με βασιλικό και κρασί. Οι συγγενείς τραγουδούν:

«Λούζεται τα’ αρχοντόπουλο

σ’ ένα χρυσό λυένι.

Η πάπια φέρνει το νερό

Κι η χήνα το σαπούνι

Κι η αδερφή τα’ η γρήγορη

Φέρνει χοντρή πετσέτα.»

 

Μετά ο νούνος ξυρίζει το γαμπρό και τραγουδούν:

«Στην πέτρα κάθεται ο γαμπρός

στην περγουλιά από κάτω.

Αργυρό ξυράφι και μαλαματένιο

Σύρε αγάλια αγάλια

Μη ραγίσεις τρίχα τρίχα από τα γένια

Και την πάρει ο ξένος

Και την κάνει μάγια.»

 

Ακολουθεί άλλο τραγούδι:

«Του νιόγαμπρου η μάνα

ψηλά είναι σκουμπωμένη

ψηλά είναι σκουμπωμένη.

Τον ήλιο παραγγέλνει:

-Ψήσε ν’ ηλιάκι μ’ ψήσε

τούτη τη βδομάδα

χαρά θέλω να κάνω

γαμπρό να προβοδίσω

νύφη να καρτερέσω…»

 

   Αυτό είναι από τα τραγούδια που λέγεται όλη την εβδομάδα του γάμου.

   Μετά ο γαμπρός με τη βοήθεια του βλάμη και του νούνου φοράει τα γαμπριάτικα ρούχα. Όταν είναι έτοιμος, κάνει το σταυρό του μπροστά στο εικόνισμα του σπιτιού κι η μάνα του του βάζει στην τσέπη ένα φυλαχτό.

   Βγαίνει έξω και στέκεται στη μέση της αυλής κοιτώντας προς την ανατολή. Η μάνα του βάζει στη ζώνη του μια ρίζα βασιλικό και μετά περνάνε οι συγγενείς και τον ασημώνουν ευχόμενοι: «Να ζήσει! Να προκόψει!»

   Τώρα είναι η ώρα να πάνε να πάρουν τη νύφη. Η πομπή έχει τη διάταξη που είπαμε παραπάνω. Τώρα τραγουδούν:

«Κίνα, δέντρο μ’, κίνα.

Κίνα κυπαρίσσι

Για να φέρεις τη νύφη

Τη νύφη του σπιτιού μας.»

 

  Όλοι μαζί οι συγγενείς, εκτός από τη μάνα, συνοδεύουν το γαμπρό προς το σπίτι της νύφης για να την πάρουν να πάνε όλοι μαζί στην εκκλησία. Τώρα, όταν πλησιάσουν στο σπίτι της, ο σκαριάτης τρέχει με το άλογό του και αφήνει στο σπίτι της νύφης την κόφα του και εκείνοι του δίνουν μια άλλη γεμάτη με κρασί. Επιστρέφει στο σόι του και τους δίνει να πιουν από την καινούρια κόφα.



   Έξω από το σπίτι σταματούν κι ο γαμπρός παίρνει από μια ξαδέρφη του ένα μήλο στο οποίο έχουν καρφώσει κέρματα και το πετάει με δύναμη πάνω από το σπίτι της. Πρέπει να δείξει αν είναι δυνατός κι άξιος. Τα μικρά παιδιά τρέχουν να βρουν το μήλο για να πάρουν τα χρήματα. Εδώ τραγουδούν: 

Νύφη νύφη με τα τέλια

κι ο γαμπρός με τα κορδέλια.

-Έβγα νύφη απ’ το κελάρι

να σε δει το παλικάρι.

Να σε δει το παλικάρι

Να τα’ αρέσεις να σε πάρει.»

 

  Ο πεθερός κι η πεθερά τον ασημώνουν.και του βάζουν στον ώμο από μια πετσέτα. Ο γαμπρός προσφέρει στον πεθερό ένα ζευγάρι παπούτσια τα οποία του τα κρεμάει στον ώμο. Μετά περνούν και οι συγγενείς της νύφης και προσφέρουν στο γαμπρό το δώρο τους.

  Μέσα στο σπίτι η νύφη με τη βοήθεια των αδερφοφτών της,φοράει το νυφικό της. Ένα αγοράκι της φοράει τη σκέπη, το πέπλο, αφού πρώτα το γυρίσει τρεις φορές γύρω απ’ το κεφάλι της. Τα παπούτσια πρέπει να της τα φορέσει ο βλάμης και είναι έθιμο να βάλει μέσα και χρήματα. Η νύφη για να τον κάνει να βάλει κι άλλα χρήματα, προσποιείται ότι τα παπούτσια της είναι μεγάλα.

  Αφού ο βλάμης ποδέσει τη νύφη θα γίνουν οι αρραβώνες. Ο παπάς ο οποίος έχει πάει στο σπίτι της μετά τη λειτουργία, θα περάσει τις βέρες στο ζευγάρι. Πάνω στο τραπέζι έχουν βάλει ένα πιάτο ρύζι, μια κουλούρα και μια πιατέλα με πίτα. Ο ιερέας ψάλει τις ευχές της εκκλησίας μας, περνάει τις βέρες στο ζευγάρι και μετά τρώνε την κουλούρα και την πίτα.

  Η νύφη προσκυνάει στο εικόνισμα του σπιτιού και κάνει το σταυρό της. Βγαίνει μετά στην αυλή και παίρνει θέση προς την ανατολή. Δεξιά κι αριστερά την κρατάνε τα’ αδέρφια της και οι συγγενείς περνούν και την ασημώνουν. Τώρα τραγουδούν:

 

«-Τι σου ‘φταιξα, χρυσέ μ’ αϊτέ

κι ήρθες για να με πάρεις.

Αν σου ‘φταιξαν τα μάτια μου

Πες μου να τα χαμηλώσω.

Αν σου ‘φταιξε η μάνα μου

Πες μου να τη μαλώσω.

Αν σου ‘φταιξε ο πατέρας μου

Είναι μακριά στα ξένα.

Αν σου ‘φταιξαν τα’ αδέρφια μου

Πες μου να μην τα κρίνω.»

 

  Την ώρα αυτή κερνούν τα γνωστά κεράσματα

  Ο βλάμης και άλλοι νέοι φορτώνουν τα προικιά της νύφης στο άλογο του σκαριάτη. Πριν φορτώσουν όμως βάζουν πάνω στο άλογο δυο αγοράκια και για κατεβούν όμως από κει πρέπει ο σκαριάτης να τους δώσει χρήματα.

  Μετά η πομπή πηγαίνει στην εκκλησία. Τη νύφη την τραβάει ένα αγοράκι με λευκό μαντίλι. Παλιότερα πήγαινε καβάλα σε άλογο. Ο πεθερός την περίμενε κι έβαζε το γόνατο σκαλοπάτι για να κατέβει.

 

  Μπροστά πηγαίνει ο σκαριάτης με την κόφα και το μπαριάκι, πίσω ακολουθεί ο γαμπρός που τον κρατάνε τα’ αδέρφια του και πιο πίσω ακολουθεί το σόι του. Μετά έρχεται ο βλάμης με το δικό του μπαριάκι και πίσω του ακολουθεί η νύφη που την κρατάνε κι αυτήν τα αδέρφια της. Μετά έρχεται το δικό της σόι. Η μητέρα της την ακολουθεί μέχρι τη μέση της διαδρομής και μετά ξαναγυρίζει στο σπίτι της.

  Στο δρόμο τραγουδούν:

 «-Πού πας βρε γιε μου μοναχός;

-Δεν πάω μωρ’ μάνα μοναχός.

Έχω το νούνο από μπροστά

Το βλάμη από πίσω.»

 

   Στο προαύλιο της εκκλησίας τους περιμένει η μάνα του γαμπρού η οποία μαζί με άλλες γυναίκες και μόνο έναν άντρα που κρατάει κόφα χορεύουν το «Παγώνι» τραγουδώντας χωρίς όργανα:

«Ορέ τρεις χρόνους έχει ο Κωνσταντής

απ’ αραδιάζει για νύφη,

παγώνι μ’ παγωνάκι μ’.

Ορέ να βρει ψηλή, να βρει λιγνή,

Να βρει καγκελοφρύδα,

Παγώνι μ’, παγωνάκι μ’.

Ορέ βρήκε ψηλή, βρήκε λιγνή,

Βρήκε καγκελοφρύδα,

Παγώνι μ’, παγωνάκι μ’.

Ορέ να ξέρει ρόκα κι αργαλειό,

Να ξέρει να υφαίνει,

Παγώνι μ’ παγωνάκι μ’

 

Μετά τραγουδούν:

«Στης Αλεξάνδρας το βουνό αμάξι κατεβαίνει,

αμάξι σιδεράμαξο στ’ ασήμι φορτωμένο.

Στ’ ασήμι και στο μάλαμα και στο μαργαριτάρι.

Τρεις ελαφίνες το τραβούν, δώδεκα παλικάρια

Να πα να το φορτώσουνε στα πράσινα λιβάδια,

Να φαν οι μούλες μας ταή και τα’ άλογα κριθάρι

Κι εμείς να γιοματίσουμε, να φάμε και να πιούμε.»

 

Όταν φτάνει η πομπή, τραγουδούν:

«-Συμπέθεροι ν’ αργήσατε.

-Μας άργησαν κι αργήσαμε.

Η τσέργα ήταν στον αργαλειό

Τα σκουλαρίκια στο χρυσ’κό.»

 

   Ο σκαριάτης αλλάζει την κόφα του μ’ αυτήν του άντρα του χορού και τη δίνει στο σόι του γαμπρού να πιουν αφού πρώτα δέσει το άλογο με τα προικιά έξω από την εκκλησία.

   Ο βλάμης ασημώνει το παιδί και παίρνει από τα χέρια του το μαντίλι που τραβούσε τη νύφη και την οδηγεί αυτός τώρα μπροστά στα πεθερικά της που την περιμένουν μπροστά στην είσοδο του ναού. Η νύφη προσκυνάει τον πεθερό της τρεις φορές και του φιλάει το χέρι και την άκρη από το σακάκι. Εκείνος την κερνάει χρήματα και η νύφη με τη σειρά της του περνάει στον ώμο ένα ζευγάρι άσπρες πατούνες (μάλλινες πλεχτές κάλτσες). Μετά η πεθερά την κερνάει κι αυτή χρήματα ή της κρεμάει χρυσαφικά και της δίνει μια ρίζα βασιλικό. Μετά ακολουθούν οι συγγενείς του γαμπρού για να ασημώσουν τη νύφη.

   Μετά παίρνουν ένα αγοράκι από το σόι του γαμπρού και το φέρνουν τρεις στροφές γύρω από το κεφάλι της νύφης. Η νύφη το φιλάει και του χαρίζει ένα ζευγάρι παιδικές πατούνες.

   Το ζευγάρι με τους στενούς συγγενείς μπαίνουν στην εκκλησία ενώ στο προαύλιο συνεχίζεται ο χορός. Αφού αλλάξουν τα στέφανα, ο νούνος σκεπάζει το ζευγάρι με το ‘ζυγό’ και χορεύουν τον Ησαΐα. Ο ζυγός ήταν ένα κομμάτι χρωματιστό ύφασμα το οποίο μετά το γάμο η νύφη θα το ράψει φουστάνι.

   Μετά το τέλος της τελετής ξεκινούν για το σπίτι του γαμπρού. Στο δρόμο ο σκαριάτης μοιράζει στους καλεσμένους κομμάτια από τη ρουφτένια κουλούρα που είχε στο δισάκι του. Η νούνα σκορπίζει στο δρόμα κριθάρι και τραγουδούν:

«Σπείρε νούνα το κριθάρι

κι ο νούνος μαργαριτάρι.

Να φυτρώσει φούντες φούντες

Σαν του νιόγαμπρου η τσιαμπάδα

Σαν της νύφης τα στολίδια.»

 

Άλλο τραγούδι:

«Του νιόγαμπρου η μάνα

τις στράτες να κερνάει.

Τις στράτες να κερνάει

Να διαβεί ο νιος κι η κόρη

Να διαβεί ο νιος κι η κόρη

Να διαβεί κι η Συρμοπούλα

Να διαβεί κι η Συρμοπύλα

Να διαβεί το σόι όλο.»

 

Άλλο τραγούδι που λένε την ώρα αυτή:

«Πάει μονός κι ήρθε ζευγάρι

με την πέρδικα στο χέρι

με την πέρδικα στο χέρι

με την αγριοπεριστέρα.»

 

Όταν φτάνουν στο σπίτι του γαμπρού τραγουδούν:

«Έβγα πεθερά στη σκάλα

με το μέλι με το γάλα.»

 

 Άλλο τραγούδι:

«Το πού ΄ναι η μάνα του γαμπρού

να βγει ψηλά, ψηλά στα κάγκελα

να δει το γιο, το γιο π’ αρμάτωσε

το πώς του πρέπουν τα’ άρματα

το πώς του πάει ο γρίβας του.

Το πού ‘ναι η μάνα του γαμπρού

Να βγει ψηλά, ψηλά στα κάγκελα

Να δει τη νύφη π΄ έρχεται

Το πώς την έχει η μάνα της

Το πώς την έχει ο αφέντης της.

Με τα ματάκια χαμηλά

Με τα χεράκια σταυρωτά.»

 

   Η νύφη παίρνει κι αυτή ένα μήλο που του έχουν καρφώσει κέρματα και το πετάει πάνω από το σπίτι του γαμπρού. Κι εδώ θα τρέξουν τα παιδάκια να το βρουν για να πάρουν τα χρήματα.

 


 

   Στην πόρτα του σπιτιού η πεθερά βάζει στο κεφάλι των νιόγαμπρων μια κουλούρα από ρουφτένιο ψωμί και πάνω σ’ αυτήν βάζει μια τλούπα (τούφα) λευκό μαλλί από πρόβατο. Δίνει στο χέρι της νύφης λίγο βούτυρο κι αυτή αλείφει με αυτό τρεις φορές το ανώφλι της πόρτας. Όταν περάσει την πόρτα ρίχνει στα πόδια της μια αρμάθα με ασημένια νομίσματα παλιότερα, χρήματα σήμερα. Μετά η νούνα τους κερνάει μέλι μ’ ένα κομμάτι κουλούρας για να ΄ναι η ζωή τους γλυκιά.

   Στο σπίτι του γαμπρού δεν πάνε μετά τα στέφανα όλοι οι συμπεθέροι αλλά μόνο οι πιο κοντινοί συγγενείς της νύφης, οι «μπουγτζιάδες’

   Ο βλάμης κι ο σκαριάτης μόλις φτάσουν στο σπίτι του γαμπρού κρεμάνε τα μπαριάκια στο μπαλκόνι του σπιτιού. Η νύφη προσφέρει ποδιές στους βλάμηδες για να βοηθήσουν στο σερβίρισμα. Εκτός από τα φαγητά, στο τραπέζι βάζουν και πιατάκια με μπιρμπίλια και σταφίδες. Μπιρπίλια έχουν στις τσέπες τους καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου οι συγγενείς.

   Οι καλεσμένοι κάθονται στα τραπέζια κι ο νούνος φέρνει τη ‘νεραντζούλα’. Αυτή είναι ένα μεγάλο κλαδί με μακριά αγκάθια που το λένε γκαγκανιά. Στα αγκάθια του έχουν καρφώσει κομμάτια από φρούτα και λουλούδια. Ο νούνος την τινάζει στο τραπέζι για να φέρει γονιμότητα στο ζευγάρι. Στο Τώρα τραγουδούν:

«Φίλοι μ’ καλώς ορίσατε

φίλοι μ’ αγαπημένοι.

Ν’ εσείς τρώτε και πίνετε

Κι εγώ να τραγουδήσω

Να τραγουδήσω αγαλιανά

Για ν’ ακουστώ μεγάλος

Ν’ ακούσουν τα περίχωρα

Κι όλα τα βιλαέτια.»

 

Άλλο τραγούδι:

«Χίλιον καλόν τον ήβραμε τούτον το νοικοκύρη

με τα καλά του τα φαγιά, με τα γλυκά κρασιά του

Για φάτε, πιέτε, ορέ παιδιά, χαρείτε, να χαρούμε

Τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλον ποιος τον ξέρει

 Για ζούμε για πεθαίνουμε, για σ’ άλλον κόσμο πάμε

Για μια ψηλή, για μια λιγνή, για μια καγκελοφρύδα

Που ‘χει το μάτι σαν ελιά.»

 

 Άλλο τραγούδι:

«Πολλά τραγούδια είπαμε

κανα κρασί δεν ήπιαμε.

Για απλώστε τα χεράκια σας

Πάρτε τα ποτηράκια σας

Τσίγκιρ-τσίγκιρ το ποτήρι

Στην υγειά του νοικοκύρη.

Δωσ’ του μια να πάει κάτω

Για να βρει η κορφή τον πάτο.»

 

   Άλλο τραγούδι που λένε στο τραπέζι του γάμου είναι το παρακάτω:

 

«Σε τούτην ταύλα τη χρυσή

   Το χορό αρχίζει ο νούνος και μετά χορεύουν οι μπουγτζιάδες. Η νύφη μένει στο δωμάτιό της και όταν έρθει η ώρα να βγει τη συνοδεύει μια αδερφοφτή. Στην αρχή χορεύει χωριστά από το γαμπρό. Μετά θα την πάρει ο νούνος και θα τη δώσει στον άντρα της να χορέψουν μαζί. Πριν όμως χορέψουν οι νεόνυμφοι πηγαίνουν ο γαμπρός με το βλάμη για να φέρουν την πεθερά και τον πεθερό μαζί με μονό αριθμό συγγενών τους. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται οι γονείς της νύφης δεν πάνε στην εκκλησία αλλά μένουν στο σπίτι τους. Στο γαμπριάτικο χορό οι γονείς της νύφης θα χορέψουν πριν από το ζευγάρι.

   Όταν τελειώσουν με το χορό, πρώτοι φεύγουν οι μπουγτζιάδες. Η νύφη προσφέρει στο νούνο πουκάμισο, στη νούνα ύφασμα ή μαντίλι και στους άλλους πατούνες.

   Τους μπουγτζιάδες θα τους ξεπροβοδίσουν μέχρι κάποιο σταυροδρόμι τραγουδώντας:

«Έχετε γεια συμπέθεροι, μόι μαυρομάτα

ώρα καλή μπουγτζιάδες, μόι μαυρομάτα.

Μικρό πουλί σας δώσαμε, μόι μαυρομάτα

να μη μας το μαλώσετε, μόι μαυρομάτα

κι άλλο πουλί δεν έχουμε, μόι μαυρομάτα.»

 

   Μετά θα ξεπροβοδίσουν το νούνο με το τραγούδι:

«Κάτσε νούνε ακόμα απόψε

σου ‘χω πέντε αρνιά ψημένα

κι άλλα πέντε σουβλισμένα.

Κάτσε νούνε ακόμα απόψε

Σου ‘χω πέρδικα ψημένη

Σου ‘χω πέρδικα ψημένη

Και λαγό τηγανισμένο.»

 

   Του δίνουν να πάρει μαζί του μια κόφα κρασί και ένα κομμάτι κουλούρας. Μετά θα αποχαιρετίσουν το βλάμη και θα δώσουν και σ’ αυτόν τα ίδια με το νούνο.

   Μετά οι κοντινοί συγγενείς του γαμπρού πηγαίνουν στα σπίτια τους για να φέρουν το ‘κανίσκι’. Αυτό είναι μια κουλούρα, ένα αγγειό με φαγητό και μια μπουκάλα κρασί. Όταν μαζευτούν πάλι όλοι στο σπίτι του γαμπρού, τρώνε και γλεντάνε μέχρι το πρωί. Στους συγγενείς αυτούς θα προσφέρει η νύφη όταν φύγουν πατούνες στους άντρες και τσιράπια στις γυναίκες.

   Οι αδερφοφτές το βράδυ στρώνουν το κρεβάτι των νεονύμφων και το πρωί όταν εκείνοι ξυπνήσουν θα ξαναπάνε για να το ξαναστρώσουν και να πάρουν και τα χρήματα που άφησε το ζευγάρι γι’ αυτές κάτω από το μαξιλάρι.

  

                                                  Δευτέρα μετά το γάμο

 

   Το πρωί της Δευτέρας η νύφη παίρνει τρία μικρά παιδιά από το σόι του γαμπρού και την πηγαίνουν να της δείξουν τη βρύση του καινούριου της μαχαλά. Μ’ ένα αγγειό που είχε μαζί της παίρνει νερό για το σπίτι και μεσα στη βρύση ρίχνει λίγα χρήματα για να τα πάρουν τα παιδιά για τον κόπο τους. Το νερό αυτό θα το ρίξει στον πεθερό της για να νυφτεί.

   Το απόγευμα τους συμπεθέρους τους επισκέπτεται η μάνα της νύφης μ’ ένα ταψί λαγγίτες. Πάνε επίσκεψη και άλλοι συγγενείς στους οποίους η νύφη επιδεικνύει τα προικιά της.

 

                                                      Τετάρτη μετά το γάμο

 

   Την ημέρα αυτή η νύφη ζεσταίνει νερό σ’ ένα καζάνι για να πλύνει τα ρούχα του σπιτιού.

 

                                                              Τα πιστρόφια

 

   Η ετυμολογία της λέξης πρέπει να προέρχεται από παραφθορά της λέξης επιστροφή καθώς είναι ένας μικρός γάμος που γίνεται όμως στο σπίτι της νύφης την επόμενη Κυριακή. Όλη την εβδομάδα που πέρασε δεν επιτρέπεται η νύφη να πάει στο πατρικό της. Από το σόι του γαμπρού πηγαίνουν οι πιο κοντινοί συγγενείς.

   Την ημέρα αυτή πρωί πρωί η μάνα του γαμπρού φτιάχνει λαγγίτες και κεφτέδες. Μαζί με τυρί και κρασί βάζει να φάνε ο σταυρογιός και ο νούνος οι οποίοι θα έρθουν για να κατεβάσουν τα μπαριάκια.

   Η νύφη με συνοδεία μιας κουνιάδας θα πάει στην εκκλησία για να πάρει το ‘λουλούδι’. Αυτό είναι ένα μικρό μπουκέτο με άνθη της εποχής και βασιλικός που της το προσφέρει ο επίτροπος μέσα σ’ ένα δίσκο. Η νύφη το παίρνει αφήνοντας λίγα χρήματα και θα το βάλει μαζί με τα στέφανα στο εικόνισμα του σπιτιού της.

   Μετά την εκκλησία πηγαίνουν τα νιόγαμπρα, οι γονείς του γαμπρού και κάποιοι στενοί συγγενείς του στο πατρικό της νύφης για να γιορτάσουν τα πιστρόφια. Στο δρόμο τραγουδούν τα γνωστά τραγούδια:

«Κίνησα το δρόμο δρόμο»

«Νεραντζούλα φουντωμένη»

«’Οσα βουνά κι αν πέρασα»

 

   Τρώνε, πίνουν και γλεντάνε μέχρι το απόγευμα. Οι συγγενείς της νύφης τους ξεπροβοδίζουν με τη συνοδεία των βιολιών.

   Αυτός λοιπόν είναι ο παραδοσιακός κερασοβίτικος γάμος. Διακρίνεται για τη δωρικότητά του την αυστηρή τάξη όσον αφορά τους ρόλους. Πολλά είναι τα προληπτικά μέτρα που παίρνονται για να εξευμενίσουν την τύχη του ζευγαριού. Άλλο ένα σημείο που αξίζει να προσέξουμε είναι έντονη προθυμία που δείχνουν οι συγγενείς να βοηθήσουν στα του γάμου αδιαφορώντας ειλικρινά για τους κόπους και τις θυσίες που απαιτούνται παρά την κούραση που νιώθουν στην καθημερινή τους ζωή. Βαθιά μέσα τους όλοι αναγνωρίζουν τη μέγάλη αξία που έχει ο γάμος.

  
  Επιστροφή